Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Dark Web δεν υπάρχει - υπάρχει μόνο προστασία της ιδιωτικής ζωής



Μαρία από osarena.net

Σκοτεινό Διαδίκτυο δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι προσπαθούν απλά να προστατευθούν από την παρακολούθηση και να προστατεύσουν την ιδιωτική τους ζωή. Είναι οι οικογένειες που προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το να παρακολουθούν το κάθε τους κλικ στο διαδίκτυο. Το Διαδίκτυο είναι - θα έπρεπε να είναι - πηγή γνώσης και έρευνας, και όχι το μάτι του Big Brother.

Αυτά τόνισε την Παρασκευή (29 Ιουλίου 2017), στο DEF CON 25, το μεγαλύτερο και το πιο παλιό συνέδριο για hackers σε όλο τον κόσμο, ένας εκ των τριών ιδρυτών του Tor Project, ο Roger Dingledine, μιλώντας για το Dark Web γνωστό και ως Βαθύ ΔιαδίκτυοDeep Web ή Dark Net ή Deep Net ή Hidden Web), και προσπάθησε να διορθώσει κάποιες παρανοήσεις σχετικά με το δίκτυο ανωνυμοποίησης.

Σε καμία περίπτωση, ΔΕΝ είναι η διαδικτυακή "στέγη' εγκληματιών, όπως ισχυρίζονται μερικοί, παπαγαλίζοντας αυτά που τους καθοδηγούν να πουν και να επιβάλλουν στις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ο Roger Dingledine, άσκησε έντονη στους δημοσιογράφους που παρουσιάζουν το σύστημα προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου (το Tor) ως κρησφύγετο των εμπόρων ναρκωτικών και των παιδεραστών. Θα πρέπει κάποτε να σταματήσει αυτή η προπαγάνδα πως το Tor το χρησιμοποιούν αποκλειστικά εγκληματίες για να διεισδύσουν ανώνυμα στο Dark Web προκειμένου να κρύβονται από τις αρχές.

Κι επειδή τα νούμερα λένε πάντα την αλήθεια, ας μιλήσουμε με αριθμούς.

Στην πραγματικότητα, επισήμανε ο Dingledine, μόνο το 3% των χρηστών του Tor συνδέονται με κρυφές υπηρεσίες (.onion), γεγονός που υποδηλώνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών του δικτύου το χρησιμοποιούν για την ανώνυμη περιήγησή τους σε δημόσιους ιστότοπους για εντελώς νόμιμους σκοπούς. Και προφανώς το χρησιμοποιούν για να μην παρακολουθείται η καθημερινότητά τους από τις εκάστοτε ιστοσελίδες.

Με πολύ απλά λόγια και για να γίνει απόλυτα κατανοητό, οι χρήστες του Tor - από τους δημοσιογράφους έως τους ακτιβιστές αλλά και τους απλούς χρήστες - χρησιμοποιούν τον Tor για να αποκρύψουν την ταυτότητά τους από τους ιδιοκτήτες ιστοτόπων. Και, όπως είναι προφανές, μόνον υπόκοσμος δεν είναι όλοι αυτοί.

Ο Dingledine το πήγε μάλιστα ακόμα πιο μακριά, λέγοντας έφτασε μέχρι και να λέει ότι το Σκοτεινό Διαδίκτυο - ένας χώρος ιστοτόπων κρυμμένων μέσα σε δίκτυα όπως το Tor - είναι τόσο ασήμαντο, που μπορεί να μπορεί να μην ληφθεί καν υπ’ όψιν:

There is basically no dark web. It doesn’t exist.
It’s only a very few webpages.

δηλαδή:
Στην ουσία, δεν μπορούμε να μιλάμε για Σκοτεινό διαδίκτυο. Δεν υπάρχει.
Δεν είναι παρά μόνο πολύ λίγες ιστοσελίδες.

Τονίζοντας μάλιστα χαρακτηριστικά:
The most popular website visited by Tor users was Facebook, Dingledine said. In 2014 the ad giant embraced Tor, setting up a hidden service as a portal to its social network. Now over a million people log into Mark Zuckerberg's empire using the anonymizing network. It’s a tiny percentage of Facebook’s billion-plus user base, but very significant for a project like Tor, Dingledine said.

ελληνιστί:
Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι ο πιο δημοφιλής ιστότοπος που επισκέπτονται οι χρήστες Tor είναι το Facebook. Το 2014 ο γίγαντας των διαφημίσεων αγκάλιασε τον Tor, δημιουργώντας μια κρυμμένη υπηρεσία ως πύλη στο κοινωνικό του δίκτυο. Πλέον, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι συνδέονται με την αυτοκρατορία του Mark Zuckerberg χρησιμοποιώντας το δίκτυο ανωνυμοποίησης Tor. Είναι βέβαια ένα μικρό ποσοστό της βάσης χρηστών του Facebook, δεδομένου ότι οι χρήστες του Facebook ξεπερνούν το ένα δισεκατομμύριο, αλλά είναι πολύ σημαντικό για ένα έργο όπως το Tor.  


Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια το υλικό που υπήρχε εκεί έχει χαθεί, τουλάχιστον τεράστιες ποσότητες αυτού. Ρόλο έπαιξε ασφαλώς και η εισβολή της NSA. Τώρα όλο το ζητούμενο είναι το κέρδος από τα χρήματα που κερδίζουν τα διάφορα «επικηρυγμένα» shops εκεί.
Είναι πάντως και αλήθεια το γεγονός πως, μετά την αναρρίχηση του Τραμπ στην εξουσία, ξεφύτρωσαν αρκετές σελίδες στο DW όπου έβγαζαν πολλά για το ποιόν του και τις επιχειρήσεις του και έτσι, σαν αποτέλεσμα, υπήρξε ξανά «πόδι» από την NSA.






Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Η μετατροπή ενός δημοσιονομικού προβλήματος σε μηχανισμό αφαίρεσης εθνικής κυριαρχίας και μακροχρόνιας δανειακής εξάρτησης

...το κόλπο δεν ήταν αυτό που έκανε ο Γεωργίου -αν το έκανε. Ήταν η μετατροπή ενός δημοσιονομικού προβλήματος σε μηχανισμό αφαίρεσης εθνικής κυριαρχίας και μακροχρόνιας δανειακής εξάρτησης...
του Γ. Λακόπουλου
Η υπόθεση Γεωργίου  φέρνει διαρκώς  στο προσκήνιο μια συζήτηση που όλο γίνεται και όλο ημιτελής μένει: τη συζήτηση για τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας την κρίσιμη διετία  2009-10 και την τροπή που έδωσε  στην πορεία της χώρας.  Είναι κάτι σαν το αυγό του Κολόμβου:  το έλλειμμα του 2009  οδήγησε στο Μνημόνιο, ή χρησιμοποιήθηκε  σαν  τεχνητός μονόδρομος για μπει η χώρα σε διεθνή οικονομικό  έλεγχο;
Αν εξαιρεθεί ο πρώην Πρωθυπουργός  Κ. Καραμανλής  – που δεν  έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά του  σ’ αυτή  την υπόθεση  -και αρκετοί μάλλον εύχονται να μην το κάνει ποτέ-  όσοι μιλούν το κάνουν με προφανή επιδίωξη να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους. Να  μεταφέρουν  σε άλλους την ευθύνη   για μια εξέλιξη που  τελεί πάντως υπό το βασανιστικό ερώτημα: θα μπορούσε να αποτραπεί;
Για πολλούς  και εγκύρους παράγοντες το  Μνημόνιο δεν ήταν νομοτέλεια, όπως προσπαθεί να πλασάρει ο  Γ. Παπανδρέου  ως  φυσικός  αυτουργός  ενός  -προμελετημένος ή όχι;- εγκλήματος.  Ήταν πολιτική επιλογή που, αν μη τι άλλο, επιβλήθηκε στη χώρα από μια κυβέρνηση χωρίς καμία εξουσιοδότηση γι’ αυτήν καθώς εξελέγη με εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα.
Μια ακραία δημοσιονομική εξέλιξη μπορεί να θεραπευτεί και με άλλα μέσα; Γιατί όχι;  Π.χ.το 1985 , όταν  το δημόσιο ταμείο έφτασε να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς την επόμενη, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν πήγε στο ΔΝΤ.  Κατέθεσε ένα περιοριστικό πρόγραμμα και σε δυο χρόνια  βγήκε από το πρόβλημα.
Δηλαδή το κόλπο δεν ήταν αυτό που έκανε ο Γεωργίου -αν το έκανε. Ήταν η μετατροπή ενός δημοσιονομικού προβλήματος σε μηχανισμό  αφαίρεσης εθνικής κυριαρχίας και  μακροχρόνιας δανειακής  εξάρτησης.
Θα μπορούσε να γίνει και το 2009;  Το πρότεινε, ως Πρωθυπουργός ακόμη,  ο Κ. Καραμανλής. Προκύπτει   από  πολιτικές εκτιμήσεις και επιστημονικές αναλύσεις. Και το δέχθηκαν δημοσίως και   πολιτικοί αντίπαλοι του Κ. Καραμανλή, όπως η πρώην επίτροπος Άννα  Διαμαντοπούλου, ο Γιάννης Στουρνάρας και άλλοι. Άλλωστε αν το Μνημόνιο ήταν αμετάκλητη συνέπεια της δημοσιονομικής διαχείρισης Καραμανλή θα  προέκυπτε την επόμενη της πολιτικής αλλαγής του 2009, όχι.., οκτώ μήνες αργότερα.
Επιπλέον, αν δεν υπήρχε άλλος δρόμος γιατί να μην προσφύγει ο ίδιος ο Καραμανλής στο ΔΝΤ , που θα ήταν φυσιολογικότερο από το να το κάνει ένα κόμμα σαν το ΠΑΣΟΚ που είχε ιδεολογικά και  ιστορικά ασυμβίβαστα  αυτή τη ιδέα;  Από πότε μια χώρα διαλέξει το χειρότερο χωρίς να δοκιμάσει το ηπιότερο;
Η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέλαβε  όντως δημοσιονομική εκτροπή-  στην οποία είχε συμβάλει ως αντιπολίτευση και πάντως την αγνόησε προεκλογικά προκειμένου να επικρατήσει. Από πολλές πλευρές όμως προκύπτει ότι είχε και άλλες λύσεις  από τη,-χειρότερη,   που επέλεξε -και κατ’ άλλους οργάνωσε -τελικά. Η ίδια η πολιτική που ακολούθησε  η κυβέρνηση Παπανδρέου  επόμενη των εκλογών ήταν από μόνη της μια άλλη λύση. Άσχετα αν από ενδοκυβερνητική ανικανότητα και εσωκομματικές αντιθέσεις έφτασε σε αδιέξοδο.
Τα προγράμματα που απέρριπτε η Ευρώπη για οκτώ μήνες μετά τις εκλογές   εκπονούσε ο Παπακωνσταντίνου, όχι οι υπουργοί του Καραμανλή. Για «πιστόλι πάνω στο  τραπέζι»  μιλούσε ο Παπανδρέου- που έλεγε ως τον Μάρτιο του 2010: «Δεν θέλουμε λεπτά  θέλουμε  στήριξη». Δεν υπήρχε ως εκείνη την στιγμή  «ευθύνη του Καραμανλή  για τη χρεοκοπία»;
Εδώ κάτι δεν κολλάει. Χωρίς να αναφερθούμε στα , παρουσιασμένα ήδη στοιχεία  από τα  οποία προκύπτει η παγίδα που είχαν στήσει οι κυβερνήσεις Σημίτη στην επόμενη κυβέρνηση όποια και αν ήταν- μεταφέροντας  στο μέλλον υποχρεώσεις και δανειακά βάρη  που δημιουργήθηκαν επι «εκσυγχρονισμού».

Τίνος επιλογή ήταν το  Μνημόνιο και από πότε;

Τα τελευταία χρόνια  τα απομεινάρια του νεοπαπανδρεϊσμού  και οι σταθεροί πολέμιοι του Καραμανλή στο σύστημα διαπλοκής  πλασάρουν, αδέξια, ότι το  Μνημόνιο προέκυψε αναγκαστικά  από τη δημοσιονομική κληρονομιά  των κυβερνήσεων  του- στις οποίες φορτώνουν και απόπειρα » εξαπάτησης» των κοινοτικών υπηρεσιών. Εδώ σηκώνει κουβέντα. Ουδέν ανακριβέστερο. 
Φωτό: ΑΠΕ
Οι ευθύνες της περιόδου Καραμανλή για την δημοσιονομική εκτροπή  είναι αυταπόδεικτες.  Τις ανέλαβε ο Καραμανλης ως εν ενεργεία Πρωθυπουργός  ζητώντας με τις πρόωρες εκλογές του 2009  την λαϊκή εξουσιοδότηση να επιχειρρήσει τη θεραπεία ενός προβλήματος που αναδείχθηκε επί των ημερών του, αλλά στα πλαίσια της  διεθνούς κρίσης.Βαρύνει τις κυβερνήσεις του, αλλά  έχει βαθύτερες ρίζες και προγενέστερες ευθύνες.
Αυξάνονται διαρκώς όσοι πιστεύουν ότι το πρόγραμμα  λιτότητας που κατέθεσε ο ίδιος  από τη Θεσσαλονίκη  μπορούσε να αποτελέσει επαρκή θεραπεία στο πρόβλημα, αν ο Γ. Παπανδρέου  -που επικράτησε στις εκλογές  υποσχόμενος τα πάντα με τη διαβεβαίωση «λεφτά υπάρχουν» – το έθετε σε εφαρμογή, χωρίς το παραμικρό πολιτικό κόστος και χωρίς καμία αντίσταση από την ηττημένη  ΝΔ.

Ο Γεωργίου δεν συνέβαλε στο να πάμε στο Μνημόνιο. Όσοι τον έφεραν όμως  θα μπορούσαν να το έχουν κάνει. Αυτό είναι το θέμα.  Με άλλα λόγια  η υπόθεση Γεωργίου  φράζει την αναζήτηση της αλήθειας  για όσα έγιναν  εκείνη την περίοδο- πριν και μετά τις εκλογές του 2009.  

Αποτελεί έλλειψη σε κάθε  ανάλυση να υποτιμάται  ότι ο Γ. Παπανδρέου έκανε ό,τι μπορούσε ως αντιπολίτευση για να  διογκωθεί το πρόβλημα – αρχής γενομένης από την άρνηση αναζήτησης συναινετικής λύσης στο ασφαλιστικό. Πως είναι δυνατόν κάποιος που θέλει να αναλάβει την κυβέρνηση  να φροντίζει να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο δημοσιονομικό πρόβλημα μπροστά του;.
Εδώ κρύβεται το κρίσιμο στοιχείο αυτής της συζήτησης. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε τρεις μήνες στη διάθεση της  ως το  τέλος του 2009 για να ολοκληρώσει το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας  και πέντε μήνες  ως το τέλος Φεβρουάριου του 2010 για να ανακοινώσει τα οριστικά στοιχεία.  Αλλά , σχεδόν από την επομένη των εκλογών έσπευσε να … διατυμπανίσει τη διόγκωση του ελλείμματος. Αν φρόντισε να διογκωθεί και περαιτέρω είναι άλλη υπόθεση  -τμήμα της  οποίας αποτελεί η περίπτωση Γεωργίου.
Η ουσία είναι ότι όσο Γ. Παπανδρέου, με εμφανώς περιορισμένη αντίληψη της οικονομικής δυναμικής της χώρας και των όρων διαμόρφωσης του δημοσιονομικού προφίλ της – και καθοδηγούμενος από αυτό από έναν νεόκοπο και φιλόδοξο εξωκοινοβουλευτικό υπουργό-  αντί  να επιχειρήσει λύση του πραγματικού προβλήματος που παρέλαβε- και να χρεώσει το πολιτικό κόστος στον προκάτοχό του- φρόντισε να το διογκώσει αφήνοντας το χρόνο να περνάει.
Αυτό δεν θα απάλλασσε τις κυβερνήσεις  Καραμανλή  από ευθύνες που τους είχαν ήδη αποδοθεί από το εκλογικό σώμα. Αλλά δεν θα καταδίκαζε τη  χώρα στα Μνημόνια. Αυτή την έννοια είχαν οι εκλογές του 2009. Να λύσουν το πρόβλημα, όχι να το μετατρέψουν σε καρμανιόλα. Πολλά στοιχεία δείχνουν  προσχεδιασμένη  επέλαση του ΔΝΤ με το οποίο  ο Παπανδρέου είχε επαφή από την προεκλογική περίοδο ακόμη -πλασάροντας στο ΠΑΣΟΚ τον Ντομίνικ Στρος Καν σαν στρατηγικό σύμμαχο της χώρας.

Πώς μια πρόβλεψη έγινε αποτέλεσμα

Το κλειδί για να ερμηνευθούν οι μετεκλογικές εξελίξεις που οδήγησαν στο Μνημόνιο είναι η συμπεριφορά της κυβέρνησης  Παπανδρέου ως φορέα που  δεν επιχείρησε να λύσει εσωτερικά το πρόβλημα, αλλά το ανάδειξε και το παράτεινε μέχρι που έδειχνε άλυτο, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι ήταν στην αρχή. Το αντίθετο.
Παρέλαβε μια εκτίμηση  για το έλλειμμα εμφανώς λανθασμένη, αλλά εκτίμηση.  Το   6% – και σιωπηρά 8%-που αναγνώριζε η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν έτσι κι αλλιώς πρόβλημα για τη χώρα αφού υπερέβαινε το 3% των κανόνων της Ευρωζώνης.  Πρόβλημα που βαρύνει τις κυβερνήσεις Καραμανλή.
Γιατί  ο Παπανδρέου  και ο υπουργός Οικονομικών Παπακωνσταντίνου  σπεύδουν στο Γιούρογκρουπ να… καταγγείλουν …θριαμβευτικά την προηγουμένη κυβέρνηση; Ο μόνος  ΄λόγος θα ήταν για να πάρουν αμέσως μέτρα. Όχι μόνο δεν το κάνουν αλλά … κάνουν παροχές και διαβιώνουν ότι «το προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ είναι αδιαπραγμάτευτο»!
Ότι ήταν λάθος η εκτίμηση  το είχε ήδη επισημάνει με ευθύνη  ο Γιώργος Προβόπουλος προεκλογικά. Αλλά ήταν πρόβλεψη- ΔΕΝ ήταν αποτέλεσμα. Μια νέα κυβέρνηση  το πρώτο που θα έκανε θα ήταν  εκτονώσει  αυτή συζήτηση, να κάνει ό,τι μπορεί  για να περιορίσει  το  τελικό αποτέλεσμα –  κατά τις εκτιμήσεις πολλών αλλά και με τα στοιχεία που παρέθεσε ο Γιάννης Παπαθανασίου ως τελευταίος υπουργός του Καραμανλή μπορούσε να μείνει  μονοψήφιο-  και να πάρει  δραστικά μέτρα ανάστροφης της κατάστασης.
Η χώρα εκείνη τη στιγμή και ως τον επόμενο Φεβρουάριου μπορεί να δανείζεται άνετα και τα σπρεντς κινούνται γύρω από τις 130 μονάδες. Γιατί ο Παπανδρέου  και ο υπουργός Οικονομικών Παπακωνσταντίνου σπεύδουν στο Γιούρογκρουπ να… καταγγείλουν …θριαμβευτικά την προηγουμένη κυβέρνηση;  Γιατί διατυμπανίζουν την κακή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ; Ο μόνος  λόγος θα ήταν για να πάρουν αμέσως μέτρα. Όχι μόνο δεν το κάνουν αλλά … κάνουν παροχές και διαβιώνουν ότι «το προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ είναι αδιαπραγμάτευτο»!
Πολλοί ειδικοί  σημαίνουν ότι με άμεσες δημοσιονομικές  παρεμβάσεις  και με ένα πρόγραμμα περιορισμών, μεταρρυθμίσεων και  ιδιωτικοποιήσεων,  οι αγορές θα παρέμειναν ήρεμες και το δημοσιονομικό πρόβλημα υπό έλεγχο.  Αυτό θα έδινε το δικαίωμα στην κυβέρνηση Παπανδρέου να εκθέσει την κυβέρνηση Καραμανλή που δεν το έκανε, όχι τη …χώρα. Γιατί   η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έκανε το αντίθετο; Γιατί  άφησε το χρόνο να περνάει και το πρόβλημα να επιδεινώνεται, χωρίς  να κάνει το προφανές.;
Αντί για απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα  ο Παπανδρέου  και όσοι  προσπαθούν να πεισθούν ότι άλλος οδήγησε τη χώρα στο Μνημόνιο άλλος ευθύνεται, εμφανίζονται ως … σωτήρες και μνημονεύουν το περίφημο  the game is over του Γιούνγκερ ή  μιλούν για δημοσιονομική «απάτη» της Κυβέρνησης Καραμανλή, επικαλούμενοι  έκθεση της Κομισιόν. Η πραγματικότητα και σ’ αυτό το σημείο είναι διαφορετική.
Ο Γιούνγκερ δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην κυβέρνηση Καραμανλή, αλλά σε μια  διαρκή υπόνοια που έχει η Κομισιόν και η Γιουροστάτ για τα ελληνικά στοιχεία,-  από την εποχή της προετοιμασία για το Ευρώ ακόμη. Πχ το φθινόπωρο του 2003 ο τότε επίτροπος Σόλμπες αμφισβητεί δημοσίως τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης Σημίτη για το 2004 –  και όλοι γνωρίζουν ότι η Κομισιόν  θα απαιτήσει από την νέα κυβέρνηση απογραφή, όπως και έγινε τελικά.
Αλλα και η περίφημη έκθεση της Κομισιόν το 2010, κατά παραγγελία του Γιούρογκρουπ αναφέρει:  ότι «η Ελλάδα υπέβαλλε αναξιόπιστα στοιχεία καθ’ όλη την περίοδο 1997-2009, κατά την οποία η Eurostat δεν είχε τη δικαιοδοσία να παρέμβει στην ουσία του θέματος». Το πρόβλημα της αξιοπιστίας λοιπόν είναι παλιό.
Την  ακατανόητη σπουδή της κυβέρνησης Παπανδρέου να  προβάλει ως  αποτέλεσμα μια πρόβλεψη, χωρις  την παραμικρή απόπειρα να τη διορθώσει  ακολουθήσε το σλάλομ των αριθμών για το έλλειμμα. Απέληξε τελικά στο 13,6%  τον  Απρίλιο του 2010 και μετά τον Αύγουστο του 2010, που  ανέλαβε πρόεδρος της -ανεξάρτητης πλέον- ΕΛΣΤΑΤ ο Ανδρέας Γεωργίου, πρώην στέλεχος του ΔΝΤ, σε 15,4% του ΑΕΠ. Περίεργες εξελίξεις.

Ο ρόλος του Γεωργίου

Έκτοτε το  κρίσιμο ερώτημα  για πολλούς είναι αν  η αναθεώρηση Γεωργίου ήταν η τελευταία πράξη ενός σχεδιασμού που  δια των παραλείψεων και των ετεροχρονισμών καθιστούσε αναπόφευκτο το ΔΝΤ και τον διεθνή  οικονομικό έλεγχο – που επιβλήθηκε με το πρώτο Μνημόνιο και παρατάθηκε με πιο  σκληρούς ορούς με το δεύτερο, το οποίο δεν  θα ήταν αναγκαίο με μικρότερο  έλλειμμα. Γι’ αυτό  κατηγορείται ο Γεωργίου-όχι από κάποιους άσχετους αλλά από μέλη της ιδίας της ΕΛΣΤΑΤ που ήταν σε θέση να ξέρουν. Αλλά  η ουσία   σ’ αυτή την υπόθεση είναι πολιτική και όχι τεχνικού χαρακτήρα.

Μια άστοχη πρόβλεψη για μια κακή έτσι κι αλλιώς δημοσιονομική  χρονιά χρησιμοποιήθηκε για να  τεθεί η χώρα υπό έλεγχο; Δηλαδή το κόλπο δεν ήταν αυτό που έκανε ο Γεωργίου -αν το έκανε. Ήταν η μετατροπή ενός δημοσιονομικού προβλήματος σε μηχανισμό  αφαίρεσης εθνικής κυριαρχίας και  μακροχρόνιας δανειακής  εξάρτησης.

Οι  υπερασπιστές της θεωρίας για το αναπόφευκτο των Μνημονίων – και ανάμεσά τους δακτυλοδεικτούμενα πρόσωπα όπως η Μιράντα  Ξαφά που  δείχνει  ιδιαίτερη σχέση με τις θεωρίες που  έχουν καταθέσει οι Παπανδρέου  και  Παπακωνσταντίνου-  προτάσσουν ότι ήταν αποτέλεσμα της δημοσιονομικής εκτροπής και όχι μαγειρέματος στοιχείων. Παραδόξως οι ίδιοι μπλέκουν  και τη σημερινή κυβέρνηση  που δεν είχε καμία εμπλοκή  στην κατηγορία ότι  η   προσφυγή σε δανεισμό από τον «επίσημο» τομέα (ΕΕ-ΔΝΤ) δεν ήταν αποτέλεσμα του δημοσιονομικού εκτροχιασμού και της απώλειας πρόσβασης στις αγορές αλλά του «φουσκώματος» του ελλείμματος από την κυβέρνηση Παπανδρέου.
Οι  δικηγόροι του Γεωργίου  μάλιστα προσθέτουν σοφιστείες του τύπου: αν η Ελλάδα πήρε δάνεια με βάση τις αλχημείες του Γεωργίου και καταδικαστεί ο Γεωργίου,  πρέπει να … επιστραφούν τα δάνεια! Αν βαρύνεται με κάτι η σημερινή κυβέρνηση είναι ότι τσιμπάει το τυράκι και δεν αντιλαμβάνεται τον αποπροσανατολισμό. Στην υπόθεση Γεωργίου είναι εντυπωσιακό πόσοι και ποιοι σπεύδουν να   υπερασπιστούν έναν τυπικό γραφειοκράτη. Έτσι όμως, δημιουργούν υπόνοιες για τη μεταφορά της συζήτησης από τις πολιτικές επιλογές που ενδεχομένως προηγήθηκαν, στις τεχνικές διευθετήσεις που την «δικαιολογούν».
Ο Γεωργίου δεν συνέβαλε στο να πάμε στο Μνημόνιο. Όσοι τον έφεραν όμως  θα μπορούσαν να το έχουν κάνει. Αυτό είναι το θέμα.  Με άλλα λόγια  η υπόθεση Γεωργίου  φράζει την αναζήτηση της αλήθειας  για όσα έγιναν  εκείνη την περίοδο- πριν και μετά τις εκλογές του 2009.   Αυτή η αλήθεια αρχίζει από την ζητούμενη απάντηση στο προφανές: μια άστοχη πρόβλεψη για μια κακή έτσι κι αλλιώς δημοσιονομική  χρονιά χρησιμοποιήθηκε για να  τεθεί η χώρα υπό έλεγχο; Δηλαδή το κόλπο δεν ήταν αυτό που έκανε ο Γεωργίου -αν το έκανε. Ήταν η μετατροπή ενός δημοσιονομικού προβλήματος σε μηχανισμό  αφαίρεσης εθνικής κυριαρχίας και  μακροχρόνιας δανειακής  εξάρτησης.
Οποιαδήποτε σοβαρή έρευνα από αυτό το σημείο πρέπει να αρχίσει. Ο Γεωργίου ήταν μια εργαλειακή παρένθεση,  με μικρότερη σημασία  από όση του αποδίδουν.


Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Η μεγάλη ευκαιρία του εξωδικαστικού και οι παγίδες

Το επόμενο διάστημα θα εξελιχθεί η τελική φάση του θρίλερ των μνημονίων με το λεγόμενο ξεκαθάρισμα των κόκκινων δανείων.

Μένει να φανεί κατά πόσον το νέο πλαίσιο που τίθεται σε εφαρμογή σε συνδυασμό με την τακτική των τραπεζών, θα οδηγήσουν σε μια ήπια, λογική και ελεγχόμενη διαχείριση των κόκκινων δανείων ή, αντιθέτως, θα δημιουργήσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις με πλειστηριασμούς και κοινωνικές εντάσεις, την ώρα που κάποιες εταιρείες-κοράκια θα συσσωρεύουν κέρδη πάνω σε πτωχεύσεις.

Η ελληνική κοινωνία έχει υπομείνει πολλά τα τελευταία επτά χρόνια, αλλά είναι ελάχιστα πιθανό ότι θα δεχθεί αδιαμαρτύρητα παρόμοιες καταστάσεις.


του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών δημιουργεί μια μεγάλη ευκαιρία για να εκτονωθεί το τεράστιο πρόβλημα των κόκκινων δανείων που έχουν γονατίσει ένα μεγάλο μέρος επιχειρήσεων λόγω της κρίσης.

Η μεγάλη καινοτομία είναι ότι στη διαδικασία συμβιβασμού συμμετέχει μαζί με τις τράπεζες και το Δημόσιο (εφορία και ασφαλιστικά ταμεία) και μάλιστα με μεγάλη ευχέρεια διευθετήσεων ακόμα και διαγραφής οφειλών.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο μηχανισμός προβλέπει και την αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων για τις επιχειρήσεις που εντάσσονται, πράγμα που σημαίνει ότι θα υπάρξουν και εκποιήσεις ακινήτων για να καλυφθούν οφειλές.

Επομένως, το αποτέλεσμα θα κριθεί στην πράξη, κυρίως από τη στάση που θα τηρήσουν οι τράπεζες ως προς τις λύσεις που θα είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν.

Η συμμετοχή του Δημοσίου, πάντως, στη διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει διευκολυντικά για τις τράπεζες, έτσι ώστε να προχωρήσουν από την πλευρά τους σε γενναίες, αλλά αναγκαίες αναδιαρθρώσεις.

Μέχρι σήμερα, πάντως, οι τράπεζες δεν έχουν δείξει διατεθειμένες να προχωρήσουν σε γενναίες και ουσιαστικές ρυθμίσεις των κόκκινων δανείων, όπως λένε δικηγόροι και λογιστές που ασχολούνται με τα ζητήματα αυτά.

Πιθανόν, οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις που διευκολύνουν τα τραπεζικά στελέχη στο να προχωρούν σε γενναίες αναδιαρθρώσεις σε συνδυασμό με την πίεση για διευθετήσεις που θα δημιουργήσει η έναρξη του εξωδικαστικού συμβιβασμού, να ανοίξουν το δρόμο για ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, αλλά αυτό μένει να φανεί.

Οι ρυθμίσεις που έχουν ψηφιστεί δίνουν επίσης τη δυνατότητα στους ελεύθερους επαγγελματίες να ρυθμίσουν απευθείας με την εφορία και τα Ταμεία τις οφειλές τους με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον εξωδικαστικό, ήτοι σε 120 δόσεις, παρότι δεν μπορούν να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη διαδικασία. Για τα τραπεζικά τους δάνεια, οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να διαπραγματευτούν απευθείας με τις τράπεζες, με βάση τον κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος, όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει δείξει να παράγει ουσιαστικά αποτελέσματα, αφού οι τράπεζες είναι πολύ διστακτικές στο να παράσχουν ουσιαστικές ρυθμίσεις.

Μια «παράπλευρη απώλεια» είναι ότι τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν έχουν την ίδια ευχέρεια για τις οφειλές τους προς το Δημόσιο και μπορούν να ρυθμίσουν σε μέχρι 12 δόσεις τις οφειλές τους (ή 24 για έκτακτες υποχρεώσεις όπως οι κληρονομιές).

Δημιουργείται, δηλαδή, μια κατάσταση τριών ταχυτήτων σε ότι αφορά τα κόκκινα δάνεια και τις οφειλές. Η πρώτη ταχύτητα των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν έναν θεωρητικά ευέλικτο μηχανισμό διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές και ένα ευέλικτο Δημόσιο-πιστωτή, η δεύτερη ταχύτητα των ελεύθερων επαγγελματιών που έχουν ευελιξία για τις οφειλές προς το Δημόσιο και στην τρίτη ταχύτητα βρίσκεται τη μεγάλη μάζα των μισθωτών και συνταξιούχων για τους οποίους δεν προβλέπεται καμία ευελιξία σε μια περίοδο που το Δημόσιο προχωρά σε μαζικές κατασχέσεις και οι τράπεζες ετοιμάζονται για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.

Το επόμενο διάστημα θα εξελιχθεί η τελική φάση του θρίλερ των μνημονίων με το λεγόμενο ξεκαθάρισμα των κόκκινων δανείων.

Μένει να φανεί κατά πόσον το νέο πλαίσιο που τίθεται σε εφαρμογή σε συνδυασμό με την τακτική των τραπεζών, θα οδηγήσουν σε μια ήπια, λογική και ελεγχόμενη διαχείριση των κόκκινων δανείων ή, αντιθέτως, θα δημιουργήσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις με πλειστηριασμούς και κοινωνικές εντάσεις, την ώρα που κάποιες εταιρείες-κοράκια θα συσσωρεύουν κέρδη πάνω σε πτωχεύσεις.

Η ελληνική κοινωνία έχει υπομείνει πολλά τα τελευταία επτά χρόνια, αλλά είναι ελάχιστα πιθανό ότι θα δεχθεί αδιαμαρτύρητα παρόμοιες καταστάσεις.

πηγή  ert